μεταλλικός

μεταλλικός
η , ό[ν]
1) прям. , перен. металлический;

μεταλλικά νομίσματα — металлические деньги, звонкая монета;

μεταλλική λάμψη — металлический блеск;

μεταλλική φωνή — металлический голос;

2) минеральный;

μεταλλική πηγή — минеральный источник;

μεταλλικά νερά ( — или ΰδατα) — минеральные воды;

§ μεταλλική εποχή — железный век;

σε μεταλλικές δραχμές — исчисленный в золотых драхмах


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "μεταλλικός" в других словарях:

  • μεταλλικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικός — ή, ό (Α μεταλλικός, ή, όν) [μέταλλο] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μέταλλο ή μοιάζει με μέταλλο («μεταλλική λάμψη») 2. κατασκευασμένος ή παρασκευασμένος από μέταλλο (α. «μεταλλικά έπιπλα» β. «μεταλλικά νομίσματα» γ. «μεταλλικά φάρμακα»,… …   Dictionary of Greek

  • μεταλλικός — ή, ό 1. αυτός που μοιάζει με μέταλλο: Μεταλλικό χρώμα. 2. αυτός που είναι κατασκευασμένος από μέταλλο, ο μετάλλινος: Μεταλλικό εργαλείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταλλικά — μεταλλικός of neut nom/voc/acc pl μεταλλικά̱ , μεταλλικός of fem nom/voc/acc dual μεταλλικά̱ , μεταλλικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικῶν — μεταλλικός of fem gen pl μεταλλικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικόν — μεταλλικός of masc acc sg μεταλλικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικαῖς — μεταλλικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικαί — μεταλλικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικοῖς — μεταλλικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικοῦ — μεταλλικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταλλικῆς — μεταλλικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»